Τετάρτη, 6 Δεκεμβρίου 2017

Σφυρηλατώντας τη φιλία και συνεργασία ανάμεσα στους λαούς Ελλάδας και Τουρκίας, αντιπαλεύουμε την πολιτική των ιμπεριαλιστών και των κυρίαρχων τάξεων, που υποδαυλίζουν την ένταση στις ελληνοτουρκικές σχέσεις.

Για πάνω από μισό αιώνα στις σχέσεις Ελλάδας και Τουρκίας επικρατεί μόνιμα κατάσταση έντασης, που “διακόπτεται” προσωρινά από μικρά διαστήματα εξομάλυνσης. Αυτή η κατάσταση μόνιμης έντασης με περιόδους όξυνσης ή “διατεταγμένης” φιλίας αναπαράγεται στη βάση των ανταγωνισμών των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων και των κάθε φορά επιλογών τους, που πυροδοτούν ή χαλιναγωγούν αντίστοιχα τις αντιθέσεις ανάμεσα στις κυρίαρχες τάξεις των δύο χωρών, ιδιαίτερα την επεκτατική πολιτική της τουρκικής αντίδρασης. Οι μεγαλοαστικές τάξεις και στις δυο πλευρές του Αιγαίου στηρίζουν την πολιτική τους στην καλλιέργεια του εθνικισμού και του σοβινισμού για να δηλητηριάσουν τις σχέσεις των δύο λαών, να διεγείρουν το μίσος του ενός έθνους ενάντια στο άλλο και να ενσταλάξουν την ιδέα της κυριαρχίας του ενός κράτους πάνω στο άλλο. Η αμφισβήτηση/αναθεώρηση της Συνθήκης της Λωζάνης, τα σύνορα της Οθωμανικής “καρδιάς”, ή ακόμη η Φαναριώτική αναπόληση, παραπέμπουν στα περασμένα αυτοκρατορικά μεγαλεία, που συντηρούν και ανατροφοδοτούν θρησκευτικές αντιθέσεις και μεγαλοϊδεατικά σχέδια επαναχάραξης των συνόρων.

Κρίσιμο ερώτημα τίθεται, από την αρχή, για το αν τα εθνικά θέματα είναι υπαρκτά και πραγματικά. Κατά συνέπεια αν αυτά αποτελούν κεντρικό στοιχείο της πολιτικής πάλης για την ανάπτυξη και το σωστό προσανατολισμό του λαϊκού κινήματος (λ.κ.), την καταγγελία του ιμπεριαλιστικού παράγοντα και την υποτελή/ενδοτική στάση των κομμάτων της μεγάλης αστικής τάξης ή στον αντίποδα πρόκειται για λεγόμενα “εθνικά θέματα” (με πολλά εισαγωγικά), που αποτελούν εφευρήματα και “εργαλεία” αποπροσανατολισμού των λαϊκών συνειδήσεων, με διαχρονικό στόχο των κυβερνήσεων την υποταγή του λ.κ. στις αντιδραστικές επιδιώξεις της ελληνικής ολιγαρχίας.

Αν και η απάντηση φαίνεται αυτονόητη, θολώνει και σε πολλές περιπτώσεις ανατρέπεται, από τη σκοπιά, που αντιμετωπίζονται τα κεντρικά εθνικά θέματα και τα κυριαρχικά δικαιώματα της χώρας και του λαού της.

Στην ανάγκη οριοθέτησης της υφαλοκρηπίδας στο Αιγαίο τη δεκαετία του 1970, σταδιακά προστέθηκαν μια σειρά τουρκικές διεκδικήσεις, που θίγουν κυριαρχικά ελληνικά δικαιώματα και φτάνουν μέχρι την αμφισβήτηση της κυριαρχίας σε εκατοντάδες ελληνικά νησιά και νησίδες. Επιπλέον η Άγκυρα δεν αναγνωρίζει δικαίωμα υφαλοκρηπίδας στα νησιά, απειλεί με πόλεμο (casus belli) αν Ελλάδα ασκήσει το δικαίωμα για επέκταση των θαλασσίων συνόρων της από τα 6 στα 12 μίλια και δεν αναγνωρίζει σαν εναέρια σύνορα τα 10νμ, αλλά μόνο τα 6. Αυθαίρετα καταπατά με τα πολεμικά της αεροπλάνα το FIR Αθήνας, αποσκοπώντας να επιβάλλει την τροποποίηση του ελέγχου του FIR και στην ιδιωτική αεροπλοΐα. Καμώνεται τον προστάτη της τουρκικής μειονότητας της Θράκης (ανάλογη πολιτική ασκεί και η Αθήνα απέναντι στη μειονότητα της Αλβανίας) εγγράφοντας υποθήκες αλυτρωτισμού και επέμβασης. Σ’ αυτά προστέθηκε και η Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη (ΑΟΖ), όπου όπως και για την υφαλοκρηπίδα η Άγκυρα υποστηρίζει ότι τα νησιά δεν θεμελιώνουν δικαιώματα.

Στα παραπάνω σοβαρά θέματα (όπως και το κυπριακό, για ανάλογους λόγους), η ΛΑ-ΑΑΣ δεν μπόρεσε να καταλήξει σε θέσεις. Τροχοπέδη αποτελεί το επιχείρημα που προβάλλεται ότι κάθε αναφορά στη θέση για υπεράσπιση των κυριαρχικών δικαιωμάτων από την πλευρά μας, καταλήγει αναπόφευκτα στην υποταγή του λ.κ. στην αστική τάξη, με δήθεν βέβαιο αποτέλεσμα την καλλιέργεια κλίματος εθνικής ομοψυχίας, υποστήριξης των εξοπλιστικών προγραμμάτων της κυβέρνησης και μύρια όσα συνδιαχειριστικά-ρεφορμιστικά ολισθήματα. Οι αντιλήψεις αυτές οδηγούν σε θέση, που αρκείται στη διαπίστωση και καταγγελία της παρόξυνσης του ιμπεριαλιστικού ανταγωνισμού και της πολιτικής των αστικών κυβερνήσεων, δίχως όμως να προβάλλει συγκεκριμένα αιτήματα υπεράσπισης των κυριαρχικών δικαιωμάτων. Όσο αναγκαίο καθήκον είναι η καταδίκη κάθε παραβίασης των συνόρων γειτονικών χωρών από την ντόπια αστική τάξη, άλλο τόσο αναγκαίο είναι το καθήκον της υπεράσπισης της εδαφικής ακεραιότητας της χώρας μας αν απειληθεί από γειτονική χώρα.

Ταυτόχρονα η τοποθέτηση πως η επέκταση των χωρικών υδάτων στα 12 νμ, και ο καθορισμός της ΑΟΖ συνιστούν επιθετικές κινήσεις της ελληνικής αστικής τάξης σε βάρος της Τουρκίας, προσεγγίζει την επικίνδυνη “ουτοπία” των υποστηρικτών των “ανοιχτών συνόρων”, περιθωριοποιεί τα επιχειρήματα της αριστεράς· σε τελευταία ανάλυση συμβάλει στη συντήρηση των δυσμενών συσχετισμών στο λαϊκό κίνημα.

Έτσι τέτοια “επιφυλακτική” στάση πρώτα εκχωρεί το αίτημα υπεράσπισης των κυριαρχικών δικαιωμάτων στην κάλπικη προπαγάνδα της μαύρης αντίδρασης. Το χειρότερο, αντί να αποκαλύπτει και να καταγγέλλει τις κυβερνήσεις της ολιγαρχίας για την εκχώρηση των κυριαρχικών δικαιωμάτων της χώρας στους Ευρωπαίους και Αμερικάνους ιμπεριαλιστές με τα γνωστά ραγιάδικα ιδεολογήματα της περιορισμένης κυριαρχίας, της προστατευτικής συμμαχικής ομπρέλας κ.α., τις εξωραΐζει, αφήνοντάς τους ελεύθερο πεδίο προκλητικής σπέκουλας. Επιπλέον καθιστά μοιρολατρικά “αποδεκτό” τον παρεμβατικό, “μεσολαβητικό” ρόλο των ιμπεριαλιστών και το δίκαιο, που κάθε φορά επιλέγουν να επιβάλλουν. Αυτοί ξεσηκώνουν θόρυβο για την ελεύθερη ναυσιπλοΐα, γιατί θέλουν να αλωνίζουν με τις κανονιοφόρους τους απειλώντας χώρες και λαούς, γι αυτό αντιτάσσονται στην επέκταση των 12νμ. Θέλουν την απρόσκοπτη εκμετάλλευση των θαλασσών, γι αυτό αξιοποιούν τις αντιθέσεις των γειτονικών χωρών, ώστε τα μονοπώλιά τους να ληστεύουν ασύδοτα τον πλούτο των παραθαλάσσιων χωρών. Και είναι χαρακτηριστικό ότι παρόλο που ΗΠΑ και Τουρκία δεν έχουν υπογράψει τη Συνθήκη για το Δίκαιο της Θάλασσας, εφαρμόζουν την ΑΟΖ 200 ναυτικών μιλίων, σε όλες τις ακτές των ΗΠΑ και της Τουρκίας στη Μαύρη Θάλασσα.

Το ΝΑΤΟ και η ΕΕ κάνουν πως αγνοούν ότι τα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου ανήκουν στην ελληνική επικράτεια, χρόνια αλωνίζουν με χάρτες χωρίς συνοριακές γραμμές στο Αιγαίο, είναι αυτοί που επέβαλλαν την αποδοχή από την κυβέρνηση Σημίτη συμφωνιών σαν της Μαδρίτης (1997) και του Ελσίνκι (1999) “συνοριακών διαφορών”, τη “συνδιαχείριση” του Αιγαίου υπό την εποπτεία τους και τόσα άλλα. Και οι ελληνικές κυβερνήσεις στο όνομα μιας δήθεν “ισχυρής” Ελλάδας» της ΟΝΕ ή μιας πολυδιάστατης πολιτικής, στρέφουν τις ελπίδες τους πότε στην ΕΕ, πότε στη συνδρομή των ΗΠΑ. Προωθούν πρόθυμα αντιδραστικούς άξονες (στρατιωτικής και οικονομικής - ενεργειακής) συνεργασίας με Ισραήλ, Αίγυπτο και άλλα αμερικανόδουλα καθεστώτα για να εξισορροπήσουν την πίεση της Άγκυρας. Παραχωρούν ανταλλάγματα, κλείνουν εξοπλιστικά προγράμματα και με τη Ρωσία (τα περιβόητα TOR-M1 και το φιάσκο των S300 της Κύπρου). Κι’ όλα αυτά γιατί η ντόπια παρασιτική μεγαλοαστική τάξη προσδοκά στην “εξαγορά” της εύνοιας των ιμπεριαλιστών και συνάμα στις μπίζνες και στις μίζες των ντόπιων μεσαζόντων απ’ το ξεζούμισμα του εργαζόμενου λαού.
6.12.2017
Η.Μ. μέλος Μ-Λ ΚΚΕ
Γραμματεία της ΛΑ-ΑΑΣ