Τετάρτη, 20 Δεκεμβρίου 2017

Για το ζήτημα των Ελληνοτουρκικών σχέσεων

Η επίσκεψη Ερντογάν στην Ελλάδα έφερε ξανά στο προσκήνιο τις ελληνοτουρκικές αντιθέσεις. Βεβαίως, αυτό που απασχόλησε το σύνολο του πολιτικού προσωπικού και των ΜΜΕ, ήταν η «τουρκική επιθετικότητα» και το κατά πόσο ήταν έτοιμη η κυβέρνηση να την αντιμετωπίσει. Εύλογο και εξηγήσιμο. Αυτό που δεν είναι εύλογο -αν και εξηγήσιμο- είναι ότι και δυνάμεις που αναφέρονται στην αριστερά περιορίστηκαν στις ίδιες κατά βάση διαπιστώσεις, όπως φαίνεται και από την ανακοίνωση του ΚΚΕ: «στην πράξη, η επίσκεψη που προετοίμασε η κυβέρνηση ΣυΡιζΑ-ΑνΕλ, αναβάθμισε τις διεκδικήσεις της Τουρκίας σε βάρος των κυριαρχικών δικαιωμάτων της χώρας μας».

Θεωρώντας (όπως και ο σύντροφος Η.Μ. του Μ-Λ ΚΚΕ, 6/12/2017) ότι τα ζητήματα των ελληνοτουρκικών σχέσεων διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο στη ζωή και το μέλλον του λαού μας, θα συνοψίσω τα –κατά τη γνώμη μου- επίμαχα ζητήματα στα παρακάτω ερωτήματα. Να σημειώσω ακόμη την αναγκαιότητα να οριστεί άμεσα συγκεκριμένη ημερομηνία σύγκλησης της πανελλαδικής σύσκεψης της ΛΑ-ΑΑΣ, για να συζητηθούν τα σημαντικά ζητήματα που αναδείχθηκαν μέσα από το διάλογο (και αυτό των ελληνοτουρκικών σχέσεων), γιατί η παραπομπή της στο απροσδιόριστο μέλλον δε βοηθάει τη Συνεργασία.

1. Ποιο το έδαφος επάνω στο οποίο εδράζονται οι ελληνοτουρκικές σχέσεις; Ποιοι κίνδυνοι υπάρχουν;

2. Είναι υπαρκτό ή όχι το δίπολο «επιθετική - αμυντική αστική τάξη»;

3. Υπάρχουν εθνικά θέματα και ποια είναι αυτά;

4. Ποια καθήκοντα αναδεικνύονται για το λαό, την αριστερά, τη ΛΑ-ΑΑΣ;

Θα προσπαθήσω να απαντήσω συνοπτικά στα ερωτήματα αυτά:

1. Οι Ελληνοτουρκικές σχέσεις προσδιορίζονται από τις αντιθέσεις των δύο αστικών τάξεων. Αντιθέσεις και επιδιώξεις κυριαρχίας και αναζήτησης αναβαθμισμένου ρόλου στην περιοχή, στο Αιγαίο, στην Κύπρο, στην Ανατολική Μεσόγειο και στα Βαλκάνια. Αυτές οι επιδιώξεις είναι μόνιμες, ανταγωνιστικές και ασυμβίβαστες και σ’ αυτές υπάγονται όλα τα επιμέρους ζητήματα που ανακύπτουν κατά περιόδους.

Χρωματίζονται από το καθεστώς της εξάρτησης που βαραίνει τις δύο χώρες και φορτίζονται από το πώς τις χρησιμοποιούν οι ιμπεριαλιστές για να διαιωνίζουν τον έλεγχό τους στην περιοχή. Συναρτώνται άμεσα και καθοριστικά από τους όρους που θέτουν οι ανταγωνισμοί των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων γενικά και κυρίως στην περιοχή.

Έχουμε δηλαδή ένα σύνολο παραγόντων που προσδιορίζουν ένα συνεχή κίνδυνο εντάσεων έως και πολεμικών εμπλοκών, γενικότερα ειρήνης και ζωής για τους λαούς των δύο χωρών.

2. Από φύση και χαρακτήρα και οι δύο αστικές τάξεις είναι επιθετικές. Ο βαθμός εκδήλωσης της επιθετικότητάς τους καθορίζεται από τον μεταξύ τους συσχετισμό, από το αν αυτή η επιθετικότητα έχει, ή θεωρηθεί ότι έχει τη στήριξη των κυρίαρχων ιμπεριαλιστών και γενικότερα από τις σχέσεις που αναπτύσσονται κάτω από το καθεστώς της ιμπεριαλιστικής εξάρτησης.

Δεν είναι λοιπόν «προνόμιο» της τουρκικής άρχουσας τάξης η διεκδίκηση διευρυμένου ρόλου, αλλά και της αντίστοιχης ελληνικής. Ούτε η ελληνική αστική τάξη απαντάει στην (υπαρκτή) «επεκτατική πολιτική της τούρκικης αντίδρασης» απλώς με «Φαναριώτικη αναπόληση» όπως αναφέρει ο σύντροφος Η.Μ. Αυτή η «αναπόληση» έχει συγκεκριμένη πολιτική έκφραση και πράξη. Εκφράστηκε διαχρονικά στο ζήτημα της Κύπρου και κατέληξε στο πραξικόπημα του Ιωαννίδη, σαν πρόθεση επέκτασης της ελληνικής κυριαρχίας στην Κύπρο, όπου συνάντησε την τουρκική επιθετικότητα που εκτός των άλλων πήρε την έμπρακτη υποστήριξη των ΗΠΑ και μετατράπηκε σε στρατιωτική κατοχή του 40% του νησιού. Εκφράζεται και σήμερα μέσα από τους (αμερικανόπνευστους) αντιδραστικούς άξονες με το κράτος-δολοφόνο του Ισραήλ και τη χούντα της Αιγύπτου, με αναφορές στο στρατιωτικό, ενεργειακό και τεχνολογικό επίπεδο και στόχο (με τις ευλογίες των ιμπεριαλιστών) την αλλαγή των συσχετισμών σε βάρος της ανταγωνίστριας Τουρκίας. Δεν έχει λοιπόν κανένα λόγο το λαϊκό κίνημα της χώρας μας να βάλει την αστική «του» τάξη στη θέση του «πιεζόμενου», του «αμυνόμενου» ή του «ενδοτικού» έναντι της τουρκικής επιθετικότητας.

3. Φυσικά και υπάρχουν εθνικά θέματα (με ή χωρίς εισαγωγικά, είναι υπαρκτά και κρίσιμα). Υπάρχει ζήτημα ασφάλειας του λαού και της χώρας μέσα στα δοσμένα σύνορά της. Υπάρχει ζήτημα ειρήνης, κίνδυνος εμπλοκής σε περιπέτειες έως και πολεμικές. Υπάρχει ζήτημα υποταγής στις υπαγορεύσεις των ιμπεριαλιστών και των κινδύνων που αυτό συνεπάγεται. Υπάρχει ζήτημα αποτίναξης των δεσμών της ιμπεριαλιστικής εξάρτησης. Υπάρχει ζήτημα εκχώρησης (από την αστική τάξη) κυριαρχικών δικαιωμάτων προς τους ιμπεριαλιστές.

Μόνο που όλα αυτά δεν υπάρχουν στη βάση της τουρκικής επιθετικότητας (όπως αναφέρει ο σύντροφος Η.Μ.), αλλά και της αντίστοιχης της ελληνικής αστικής τάξης και πάνω απ’ όλα στη βάση του ρόλου που παίζουν οι ιμπεριαλιστές στις δύο χώρες και στην περιοχή. Είναι εντυπωσιακό ότι στο σύνολο των ζητημάτων που αναδεικνύονται σαν ελληνοτουρκικές διαφορές ο σύντροφος Η.Μ. δεν διακρίνει ούτε ίχνος απαίτησης ή διεκδίκησης από την πλευρά της ελληνικής αστικής τάξης. Παρόλο που αναφέρεται σε υπαρκτές αντιθέσεις των δύο αστικών τάξεων, αυτές συγκεκριμενοποιούνται μόνο σαν αποτέλεσμα της τουρκικής επιθετικότητας. Ακόμη, παραβλέπεται ο ιμπεριαλιστικός παράγοντας που υποδαυλίζει και εκμεταλλεύεται τις αντιπαραθέσεις των δύο αστικών τάξεων και υποβαθμίζονται οι κίνδυνοι που ελλοχεύουν για το λαό μας (και για τον τούρκικο λαό).

4. Εχθρός μας λοιπόν είναι οι επικυρίαρχοι ιμπεριαλιστές ΗΠΑ-ΕΕ και η εξαρτημένη αστική «μας» τάξη. Ενάντια σ’ αυτούς οφείλουμε να προσανατολίσουμε τον αγώνα μας. Ενάντια στο καθεστώς της εξάρτησης και τους φορείς της εκμετάλλευσης και υποτέλειας. Ενάντια στον ιμπεριαλισμό και τον πόλεμο. Ενάντια στο σοβινισμό και τον εθνικισμό της «δικιάς μας» αστικής τάξης, όπως φυσικά και της τούρκικης.

Πρώτιστο καθήκον η πάλη ενάντια σε οποιαδήποτε ενέργεια οδηγεί σε κλιμάκωση της έντασης, φέρνει πιο κοντά τον κίνδυνο του πολέμου και ευνοεί την ιμπεριαλιστική παρέμβαση. Θεωρούμε τα σύνορα (σε γη, αέρα και θάλασσα), έτσι όπως έχουν προκύψει μέσα από τη συγκρότηση των δύο κρατών (στη βάση συνθηκών ή «τοπικού εθίμου», όπως έγινε με τα 10 μίλια του εναέριου χώρου) απαραβίαστα. Η θέση αυτή εναντιώνεται και στις τούρκικες επιδιώξεις (γκριζάρισμα του Αιγαίου, συνθήκη της Λωζάννης κλπ), αλλά και στις αντίστοιχες ελληνικές, όπως η επέκταση των χωρικών υδάτων στα 12 μίλια. Και φυσικά είναι σε πλήρη αντίθεση με τις επιδρομές των ιμπεριαλιστών που διαλύουν σύνορα και τεμαχίζουν χώρες. Κατ’ αντίστοιχο τρόπο είμαστε αντίθετοι με τους αντιδραστικούς άξονες με Ισραήλ-Αίγυπτο-Κύπρο, όχι μόνο επειδή καθοδηγούνται από τους αμερικανούς ιμπεριαλιστές και στρέφονται ενάντια στους λαούς της περιοχής, αλλά και επειδή μαζί με το βάθεμα της εξάρτησης τροφοδοτούν την αντιπαράθεση και την ένταση με την αστική τάξη της Τουρκίας. Τέλος στην επιδίωξη της αστικής τάξης της χώρας μας –μέσα από την αναζήτηση ιμπεριαλιστικής υποστήριξης- να ανακηρύξει τις ελληνικές ΑΟΖ, δε βλέπουμε την υλοποίηση ενός «κυριαρχικού δικαιώματος», αλλά ένα μίγμα επιθετικότητας-τυχοδιωκτισμού και υποτέλειας, που σαν τέτοιο πρέπει να καταγγελθεί. Κι ακόμη ένα ζήτημα στη βάση του οποίου οι ιμπεριαλιστές επιβάλλουν τον έλεγχο και την κυριαρχία τους στην περιοχή.

Η πάλη για την ειρήνη, η πάλη για τη ζωή και τα δικαιώματα των λαών, των εθνοτήτων και των μειονοτήτων είναι υπόθεση των ιδίων, που θα τα υπερασπίσουν και θα τα διεκδικήσουν κόντρα στην αστική «τους» τάξη και τον ιμπεριαλισμό.

Στέφανος Χατζησάββας -ΛΑ-ΑΑΣ Ξάνθης

17-12-2017